Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Ο μυστηριώδης Αναστάσιος Πάλλης, ο Ρέστης, το μουσείο όπλων και η "απαγωγή" στο Ελ. Βενιζέλος

Τρία κοντέινερ με όπλα και ένα ιδιωτικό μουσείο όπλων, μια εταιρεία καταπολέμησης της πειρατείας και η «απαγωγή» ενός Βρετανού. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας Ελληνας με πολυσχιδή δραστηριότητα...


Του Τασου Τελλογλου / ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Μια σχεδόν «απαγωγή» στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» οδηγεί την Αστυνομία στην πύλη ενός ιδιωτικού μουσείου όπλων που η «ίδρυσή» του χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από την τράπεζα FBB. Ταυτόχρονα, ο ιδιοκτήτης του μουσείου εξαφανίζεται την ώρα που συλλαμβάνεται ο «χρηματοδότης» του μουσείου, ενώ ένα τμήμα των όπλων, λένε όσοι τα έχουν δει, επίσης «εξαφανίζεται».

Στο επίκεντρο των παραπάνω, ένας μυστηριώδης, πολυπράγμων άνθρωπος που είχε συνεργαστεί με τον εφοπλιστή-επιχειρηματία Βίκτωρα Ρέστη, αλλά μετά έγινε ορκισμένος εχθρός του. Παρά το γεγονός ότι ο κ. Ρέστης συνελήφθη, ο ίδιος εξαφανίσθηκε... εγκαίρως, αν και μόνο οι αρμόδιες αρχές γνώριζαν για την επιχείρηση της σύλληψης του επιχειρηματία, ενός συνεργάτη του και του «μυστηριώδους» κ. Αναστασίου Πάλλη. Αλλά σχεδόν τέσσερις μήνες μετά την πρώτη «έφοδο» της ΕΛ.ΑΣ. στο ιδιωτικό μουσείο όπλων του, η «Κ» αποκαλύπτει ότι μέρος από αυτά τα όπλα δεν έχει ακόμα βρεθεί.

Στην απολογία του στην ανακρίτρια για τη γνωστή υπόθεση της τράπεζας FBB, ο κ. Ρέστης αναφέρει ότι τα 1,8 εκατ. ευρώ που έλαβε αυτός και ένα συγγενικό του πρόσωπο από την εταιρεία του Αν. Πάλλη, που το είχε δανεισθεί παράνομα από την τράπεζα, ήταν μέρος αποπληρωμής μιας σύμβασης δανείου για να αγοραστεί η έκταση που θα στέγαζε το μουσείο όπλων του Πάλλη στο Κορωπί. «Ο Πάλλης είπε ότι η έκταση κόστιζε 4,5 εκατ. ευρώ και μου ζήτησε 2,5 εκατ. ευρώ» αναφέρει ο κ. Ρέστης στην απολογία του.

Ο Αναστάσιος Πάλλης, πρώην υπαξιωματικός πενταετούς υποχρέωσης της Πολεμικής Αεροπορίας, γνώρισε το 2007 έναν από τους ισχυρότερους ανθρώπους του ελληνικού εφοπλισμού (τον κ. Ρέστη) μέσω ενός άλλου εφοπλιστή. Συστήθηκε ως ιδιοκτήτης δύο πλοίων αλλά κατόπιν αποδείχθηκε ότι τα πλοία ήταν... φαντάσματα.

Με μία εταιρεία «δικαιολογούσε» τα εισοδήματά του, «αλλά αφού η εταιρεία αυτή δεν είχε πλοία από πού προέρχονται τα εισοδήματά του;» αναρωτήθηκε ανώτερο στέλεχος του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας.

Τον περασμένο Απρίλιο η ΕΛ.ΑΣ. εισέρχεται στην υπόθεση, αφού προηγήθηκε μήνυση του Βρετανού υπηκόου Αντριου Πρινγκ Στέισι στο μουσείο όπλων του Πάλλη. Ο κ. Στέισι είχε συστήσει για λογαριασμό του Πάλλη, όπως ο ίδιος είπε στην «Κ » -μου συστήθηκε ως «συνέταιρος του κ. Ρέστη- με έναν ακόμα Βρετανό υπήκοο μια εταιρεία κατά της πειρατείας πλοίων, την IMS, που στο τέλος του πρώτου έτους δραστηριότητάς της εμφάνιζε κέρδη σχεδόν ενός εκατ. λιρών, όσα δηλαδή «χρωστούσε σε μένα και τον συνέταιρό μου ο Πάλλης» συμπληρώνει ο κ. Στέισι. Ο ίδιος, διεκδικώντας τα χρήματά του, επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον κ. Ρέστη για να μάθει ότι «ο ίδιος πλήρωνε τα λεφτά με το παραπάνω». Αλλά όταν έρχεται να τον συναντήσει στην Ελλάδα κρατείται παράνομα, κάτι σαν «απαγωγή», από τρία άτομα -μεταξύ των οποίων και ο Πάλλης- στον χώρο διαβατηρίων του αεροδρομίου! Πώς οι τρεις μπόρεσαν να μπουν στον χώρο αυτό αποτελεί μυστήριο. Ο κ. Στέισι, ωστόσο, καταθέτει μήνυση μετά την οποία πραγματοποιείται η έφοδος της ΕΛ.ΑΣ. στο μουσείο όπλων του Πάλλη. Οταν ο ίδιος ο Αντριου Στέισι «συγκρίνει» τα ευρήματα με όσα έχουν δει τα μάτια του σε τρία κοντέινερ, λέει στους Ελληνες αστυνομικούς ότι πολλά από τα όπλα που ο ίδιος είχε δει δεν βρίσκονταν εκεί...

Τότε, παρεμβαίνει και το ΣΔΟΕ με δύο ελέγχους στις εγκαταστάσεις του Πάλλη αλλά όλα τα όπλα που βρίσκονται εκεί (ακόμα και ένα... σουηδικό αεροπλάνο) φαίνονται «κανονικά» δηλωμένα με τη «βούλα» της ΕΛ.ΑΣ. Τελικά στις 7 Ιουνίου γίνεται έλεγχος στο σπίτι του Πάλλη στη Βούλα. Κατάσχονται υπολογιστές, το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί. Ο Πάλλης επικαλείται την ιδιότητά του ως... προξένου του νησιωτικού κρατιδίου Σάο Τομέ, για να εμποδίσει την «αξιολό­γηση» των υπολογιστών από τους αστυνομικούς. Επειτα απ’ όλα αυτά, ο Πάλλης κεντρίζει την προσοχή μιας οργάνωσης πέραν του Ατλαντικού. Η United Αgainst Nuclear Iran (UANI) τροφοδοτεί με στοιχεία τον αμερικανικό Τύπο για εκατοντάδες εταιρείες σε ολόκληρο τον κόσμο που φέρεται να παραβιάζουν το εμπάργκο πετρελαίου κατά του Ιράν. Και επικαλείται μία «ενδιάμεση» ναυτιλιακή εταιρεία, τη «Σαμπούκ Σίπινγκ» του Ελληνα Δ. Κάμπη, ως τον σύνδεσμο ανάμεσα στην Τεχεράνη και τον Ελληνα εφοπλιστή. Ταυτόχρονα, οι αμερικανικές αρχές δείχνουν ενδιαφέρον για τα όπλα που αγοράζει ο Πάλλης...

Αντιδράσεις και διαψεύσεις

Eκπρόσωπος της UANI δήλωνε στην «Κ» πριν από λίγες ημέρες ότι «επιμένουμε στις ανακοινώσεις μας για τις σχέσεις του Ιράν με τον εφοπλιστή». Ο κ. Ρέστης είχε μηνύσει για το ίδιο θέμα την οργάνωση, διαψεύδοντας κατηγορηματικά οποιαδήποτε διασύνδεσή του με παραβίαση του εμπάργκο του Ιράν. Μάλιστα, σε επιστολή του Αμερικανού δικηγόρου του προς την UANI τονίζεται ότι τα έγγραφα τα οποία επικαλείται η αμερικανική οργάνωση δεν αποδεικνύουν συνεργασία με το Ιράν. Ο πρόεδρος της UANI πρέσβης Ουάλας (η «Συμμαχία ενάντια στο πυρηνικό Ιράν» έχει στις τάξεις της πρώην στελέχη μυστικών υπηρεσιών από ολόκληρο τον κόσμο) αναφέρει ότι πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί από άτομα και ηλεκτρονική παρακολούθηση πλοίων από το Ιράν δείχνουν πως εννέα ημέρες μετά τον απόπλου τους από το νησί Khorg μεταφορτώνουν σε άλλα πλοία πετρέλαιο ή οτιδήποτε άλλο με προορισμό συνήθως τις ασιατικές αγορές, ιδιαίτερα την Κίνα. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», πάντως, η ναυτιλιακή υπερδύναμη του κ. Ρέστη δεν αντιμετώπισε προβλήματα στο να εξασφαλίσει πρόσφατα συμβόλαια μεγάλης αμερικανικής πετρελαϊκής εταιρείας. Τέλος σημειώνεται ότι η «Κ» δεν στάθηκε δυνατό για τις ανάγκες του ρεπορτάζ να επικοινωνήσει με τους νομικούς εκπροσώπους ή και τον ίδιο τον κ. Αν. Πάλλη.

www.kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κάντε το σχόλιό σας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...